27/10/2017
Νικήτας Σινιόσογλου
Vinum Daemonum: με αφορμή την Aurora (σκην. Βλαδίμηρου Νικολούζου)
Με κάθε ανάσα σφίγγει κι άλλο η ζωή σε μια αρμαθιά στιγμές καταναγκαστικές. Λέγεται Πέπλο της Μάγια όλο αυτό, που κάθε τι το απομυζεί, το γερνά το σακατεύει υπουλότερα κι απ’ τον μανδύα του γερο-Νέσσου. Ο χώρος κι ο χρόνος απλώνονται συνεχείς, ακατάβλητοι κι ακατάστρεπτοι, θρασείς και αλαζόνες. Οπωσδήποτε, μας αφήνουν κάποιο φως – όμως, πόσο μετρίας αίγλης! Υπάρχει τρόπος να διαρραγεί αυτό το πράμα, χύμα να κυλήσουν τα μαργαριτάρια σε ένα σχήμα απροσχεδίαστο και πρωτόφαντο; Είναι ό,τι βλέπουμε και ζούμε τόσο, μόνο;
Η Aurora (σκηνοθεσία: Βλαδίμηρος Νικολούζος) είναι η επιφάνεια μιας ρηγμάτωσης. Η παράσταση ξηλώνει σαρανταπέντε λεπτά από το Πέπλο της Μάγια, ανοίγει ένα χάσμα ελκυστικό και σκοτεινό σαν αποσφραγισμένο πηγάδι. Το επιτυγχάνει με τα πλέον πρωταρχικά μέσα: με τον λόγο και το σώμα, κι αυτό έχει τόση αξία –
λησμονήσαμε κιόλας, βλέπετε, την μαγικοθρησκευτική ισχύ των πρώτων εργαλείων. Πρόκειται για θέατρο εφελκυστικό, όπου εισδύει ακέραια μια παλαιά, εξίσου λησμονημένη, υπόσχεση του θεατρικού δρώμενου: η αιφνίδια συγκοπή του χώρου και του χρόνου, η διάνοιξη ενός τόπου, όπου καμιά καθημερινότητα ποτέ δεν φτάνει.
Η λέξη που περιγράφει μια τέτοια εσωτερική εμπειρία πληρέστερα είναι η ενδόρρηξη – σαν του υποβρυχίου, που στα υπερβάλλοντα βάθη βουλιάζουν τα τοιχώματα προς τα μέσα από την πίεση –, παναπεί μια ένδον κατάρρευση ικανή να ξεγεννήσει στιγμές άλλης ποιότητας, μια φυγή μόνου προς μόνον, κλεφτή ματιά σε μια Aurora αδύνατη εντός της Ιστορίας. Aurora, σημειωτέον, θα πει: xαραυγή.
Θάθελε κανείς να μονιάσει μετά από μια τέτοια τελεστική ανάφλεξη, να κουρνιάσει στο φως και να ηρεμήσουν όλα! Το θέατρο υπόσχεται κάθαρση και λύτρωση, αυτό δεν είναι ένα από τα άλλοθί του; Όμως, τούτη η έξοδος προς την Aurora αναγνωρίζει στον κίνδυνο μια φυσική αξία. Καταρχήν λοιπόν, τίποτα δεν καταλαγιάζει διαμιάς και ανώδυνα. Σκέφτομαι τον Bataille: Εισέρχομαι στην καταλλαγή σαν σε έναν γνόφο άγνωστο/ Πέφτω μές στον άγνωστο τούτο γνόφο / Γίνομαι εγώ, ο ίδιος, ο άγνωστος τούτος γνόφος (J'entre dans la paix comme dans un inconnu obscur/Je tombe dans cet inconnu obscur/ Je deviens moi-même cet inconnu obscur). Το φως είναι καταρχάς μαγματώδες κι αζύμωτο, άρα η βύθιση ένδον δεν σηκώνει δίχτυ ασφαλείας κι εγγυήσεις.
Τέτοια είναι η Aurora για την οποία έγραψαν ο Jacob Boehme, ο Friedrich Nietzsche, κι η Emily Dickinson – η χαραυγή καλεί, κι έλκει ψυχές της μεθορίου. Οι Ρομαντικοί ποιητές (Blake, Swinburne) θεώρησαν δαιμονικό τον λόγο που ανακαλεί στιγμές τόσο κινδυνώδεις· η ποίηση είναι το Vinum Daemonum είπαν, ξαναδιαβάζοντας τον Αυγουστίνο, κι αλήθεια, τι άλλο είναι η ποίηση και το θέατρο, αν όχι ο οίνος των δαιμόνων;
Πράγματι, τον θεατή τον ζώνουν φίδια ανήσυχα. Η μορφή τούτη που καλεί, είναι αγγελική ή στρέβλωση δαιμονική; Μας διέλκει σαν τις άδειες βάρκες σε ένα σκοτεινό μεταξύ και σ’ ένα ταραχώδες ενδιαμέσως, μας βουτά σε μια πυρίκαυστη δυνατότητα για κάθε τι, είναι χαραυγή ή μήπως δείλι αυτό που ετοιμάζει;
Για να προχωρήσει κανείς, απαιτείται κάποιου είδους πίστη. Για να βρει κανείς ξανά τον εαυτό του, πρέπει πρώτα να τον απωλέσει: ἄφελε πάντα, λέει ο Πλωτίνος, ξεζέψου τα πάντα!, άστα πίσω! Έστω, πως υπακούμε – τί μας δείχνει τότε, η μορφή αυτή; Έναν κόσμο αδιαμόρφωτο ακόμη που αιμάσσει, κόσμο ουροβόρο της αυτοανάλωσης, τοκετό ακατάπαυστο κι επιθανάτιο ρόγχο αντάμα, ένα γέννημα οργανικό ακόμη, κι αόριστο. Κι όμως! Είναι ομορφότερος ο κόσμος αυτός ο πρόωρος από τον μετέπειτα της Μάγια. Κι είναι ο καιρός μας, η επικίνδυνη ευκαιρία να γεννηθεί κάτι αγαθό απ ᾽το πιο βίαιο σκοτάδι.
Στην δική του Aurora (1612), o Jacob Boehme διακρίνει δύο λογιών συμβάντα ή γεγονότα μες στον κόσμο. Τα μεν, τα προσλαμβάνουμε με τις αισθήσεις και τον νου· είναι μια γένεση εξωτερική και πειθαρχημένη, είναι το Πέπλο της Μάγια. Λανθάνει όμως μια άλλη γένεση κάτω από τη γένεση, λέει ο Boehme, μια γένεση εσωτερική για κάθε τι, ένα γίγνεσθαι που εκτείνεται αδιαλείπτως μαζί με τα φαινόμενα, αποκομμένο από αυτά κι αλύτρωτο, κρυφό. Εδώ γίνονται ένα πράμα το μέσα και το έξω· η εγγύτητα κι η απόσταση· εδώ, συμπίπτουν όλες οι κατηγορίες μεταξύ τους, λαμβάνει χώρα η δική τους ενδόρρηξη διαρκείας. Το πρόβλημα είναι πως η φύση ολόγυρά μας που αδιάλειπτα αναλίσκεται είναι τελεσίδικα χωρισμένη από την εσωτερική της τούτη εκδοχή, και μόνη. Μόνον, η στιγμιαία έλλαμψη της Aurora επιτρέπει για λίγο να πλανηθεί το βλέμμα, να χορτάσει επιτέλους – ένα γύρω, έστω – πέρα από Ανάγκη και μορφές, να ανανεύσει γυμνό και χωρίς μανδύες.
Τέτοια Aurora είναι αδύνατη μες στην Ιστορία. Γεννιέται καταμεσής στον γνόφο και το σκότος, εκεί κυοφορείται κι από κει κατάγεται. Διότι, το συνεχές φως το μέτριο παύει νάναι φως, πόσο μάλλον το τεχνητό, το θρασύ… Ναι, διαυγέστερο φως γεννιέται στο σκοτάδι μέσα, στην παλαιά τούτη μήτρα του φωτός. Όπου παύεται το φως, εκεί ξαναγεννιέται έμπυρο το φως. Post tenebram lux. Ο έρωτας είναι τόκος εν τω καλώ, οπωσδήποτε, υπάρχει όμως κι ένας άλλος έρωτας που τον συμπληρώνει, κι αυτός είναι τόκος εν τω γνόφω.
Ο Boehme είναι ένας μόνον από όσους κατάλαβαν πως το Κακό δεν είναι ποτέ μόνον Κακό, παρά μια στομωμένη οδός για το Αγαθό. Το Κακό είναι η αποστέρηση κι απουσία του Καλού, γι αυτό ξορκίζεται αφης στιγμής απολήξει στο Αγαθό. Ο Boehme τα παίρνει αυτά από τον Παράκελσο, για τον οποίο κάθε ψυχή κουβαλά μέσα της έναν μικρό αλχημιστή ικανό, εφόσον αφυπνιστεί, να αντιδρά στην αλλοίωση του κόσμου, κι ας είναι κι αυτός ευάλωτος στην αρρώστια και στην λήθη. Δεν είναι κι ο θεατής, σαν τον ηθοποιό και τον συγγραφέα, ένας μικρός αλχημιστής;
Ο άγνωστος δαίμονας της Aurora αδημονεί ίσως κι αυτός για την καταλλαγή των πάντων, ακόμη-ακόμη να τον αγκαλιάσει κανείς μπορεί, να τον κοιτάξει κατάματα και να συναλλαγεί μαζί του. Ο δαίμονας είναι απουσία, η απουσία δυνατότητα. Πότε πότε, ο ένδον εαυτός μονιάζει μες στο σκοτάδι και το κάνει φως.
«Кто людям помогает, тот тратит время зря». Не права была старуха Шапокляк, распевавшая эту песню. Хорошими делами можно изменить мир вокруг нас в лучшую сторону. Напомнить об этом решили устроители фестиваля Arts for hearts, прошедшего в выходные на Новой сцене Александринки.