24/12/2025
Στην απελπισία μου που δεν μπορούσα πια να πηγαίνω και να το συντηρήσω είχα πει. «Αν θέλουν οι πρόγονοι θα πουληθεί. Αν όχι, θα μείνει σε μένα». Μου είχαν κληροδοτήσει ένα μαγευτικό σπίτι με ιστορία δυόμιση αιώνων. Ταξιδεύοντας με τον προαστιακό για να υπογράψω το συμβόλαιο πέρασαν από τον νου όσοι έζησαν εκεί, μαζί μου. Οι παππούδες και οι προπαππούδες που μόνο από τις φωτογραφίες τους ήξερα, αλλά τους έβλεπα μπροστά μου να κατοικούν μες στους ίδιους χώρους που αναπαλαίωσα. Αυτούς που με τα αντικείμενα που μου άφησαν μου ενέπνευσαν την αγάπη για τα γράμματα, την αυθεντικότητα και τη σοφία του παλιού. Όχι χωρίς έγνοια για το αν είναι σωστό να το πουλήσω, σκεφτόμουν και τον προπροπάππου παπα-Καμαρινό, που μόνο από την χαραγμένη επιγραφή του 1834 στο καμπαναριό του Άι Γιώργη στο Γκιότσαλι γνώριζα. Κι ύστερα μου ήρθαν στο νου τα πρόσωπα της οικογένειάς μου που ζήσαμε το σπίτι, των συγγενών που με χαρά περίμενα να ξαναδώ, των φίλων που με χαρά ξανάρχονταν και των επισκεπτών από τόσες διαφορετικές χώρες που φάγαμε μαζί ψωμί και μοιραστήκαμε συναρπαστικές εμπειρίες. Και τα πρόσωπα του κατοίκων του Αγίου Δημητρίου Ζάρακα, που με ευγένεια, ανοιχτή καρδιά και γενναιοδωρία με αγκάλιασαν και με υποστήριξαν. Και τόσα μου έμαθαν. Πώς όταν νιώθεις την κοινότητα, η θλίψη στα μνημόσυνα μοιράζεται και κάπως απαλύνεται κι η χαρά στα γλέντια γίνεται πανηγύρι.
Τη νύχτα πριν την υπογραφή του συμβολαίου, με δάκρυα στα μάτια για ώρες, πήρα να περιδιαβαίνω νοερά το σπίτι. Με ξάφνιασε ότι μπορούσα να αναπλάσω με λεπτομέρεια την εικόνα κάθε πέτρας και κάθε σπιθαμής γης. Κάθε κλαδί των δέντρων. Τόσο τα είχα αγγίξει, τα είχα φροντίσει. Έκλαιγα: «Δεν θα ξαναζήσω αυτό το φως στο χάραμα; Την πρωινή φρεσκάδα στον κήπο; Τα ηλιοβασιλέματα πίνοντας τσάι ρίγανη απ’ τον κήπο μου πάνω στη στέρνα; Τις ανατολές του φεγγαριού από τον λιακό; Τις αστράδες ξαπλωμένη στην ταρατσούλα; Δεν θα ξανακοιτάζω τα χαράγματα στους κορμούς της στέγης πριν αποκοιμηθώ; Δεν θα ξανακάνουμε γιόγκα κάτω από τις μυγδαλιές, δεν θα πούμε παραμύθια στα παιδιά στο πέτρινο θεατράκι, δεν θα ξαναχορέψουμε στην αυλή;» Τέλειωσε. Δεν θα διαλέγω πια τα πρωινά μούρα και σύκα κάτω από τα δέντρα, δεν θα ραβδίζω τις μυγδαλιές με μουσική και να γεμίζω ζουζούνια, δεν θα παίζω κιθάρα και να μαζεύονται τα πουλιά στο σύρμα.
Ξύπνησα το πρωί με κυρίαρχο συναίσθημα την ευγνωμοσύνη. Για αυτό το δώρο που μου χαρίστηκε. Για όλη αυτήν την ομορφιά που βίωσα και θα μου λείψει. Για τις ρίζες μου στη φύση, στο χωριό και στην ιστορία που βάθυναν. Για τα μαθήματα ζωής που έμαθα ζώντας στο χωριό και συγκατοικώντας με ταξιδευτές από άλλους τόπους. Κυρίως γιατί πήρα τόση πολλή αγάπη και φροντίδα κι έμαθα να μην κρίνω τους ανθρώπους από τις πρώτες αντιδράσεις, να πιστεύω στην ευαισθησία τους και πιο πλατιά να αποδέχομαι το διαφορετικό που είναι. Γιατί κατάλαβα ότι τα πιο όμορφα ταξίδια στη ζωή είναι η γνωριμία με τους ανθρώπους. Κι ακόμα ευγνωμοσύνη γιατί αυτός ο τόπος θα συνεχίσει να έχει ζωή στα χέρια ενός αξιαγάπητου ζευγαριού που ένιωσε την ενέργειά του και τον αγάπησε όπως είναι. Αυτό άλλωστε ήθελαν και ο Χρήστος και ο Σωτήριος Καμαρινός. Όσο για τη γιαγιά μου τη Δήμητρα θα ήθελε ό,τι είναι καλύτερο για εμάς.
Υπέγραψα το συμβόλαιο κλαίγοντας. Η λύπη μου όμως δεν ήταν στενάχωρη. Ήταν λουσμένη στο φως του Αγίου Δημητρίου και ανοιχτή στον ορίζοντα του σπιτιού που βλέπει ως τον Ταΰγετο και το Ταίναρο.
Η ευγνωμοσύνη μου είναι μεγαλύτερη. Ευχαριστώ όλους εσάς που γνώρισα και μοιραστήκαμε κομμάτια της ζωής μας. Σας κρατάω μέσα μου, είστε πολύτιμοι. Καλή μας αντάμωση!