21/03/2026
Κάποτε νιώθω πως η επιλογή μου, από φοιτήτρια ακόμη, να γίνω αυτοβιογραφική καλλιτέχνης δεν ήταν τυχαία. Σαν να υπήρχε μια σιωπηλή γνώση μέσα μου, μια υποψία ότι θα έρθουν χρόνια που θα ζητούν καταγραφή, αντοχή, μετάφραση του ανείπωτου . Κι όμως, τότε ήμουν αλλιώς — ένα τρελοκόριτσο, ελαφρύ, σχεδόν ξένο προς όσα θα ακολουθούσαν.
Μεγαλώνοντας, βρέθηκα μπροστά σε εκείνα τα χρόνια. Και μαζί τους, μπροστά στην ίδια μου την επιλογή. Εκεί που κάποτε η ζωγραφική έτρεχε, τώρα κάποιες φορές στέκεται. Εκεί που κάποτε ξεχύνονταν μορφές και χειρονομίες, τώρα εμφανίζονται πιο φειδωλές, πιο κουρασμένες. Σαν να τεμπελιάζει — ή μάλλον, σαν να προστατεύεται. Σαν να προσπαθεί να πει τα απολύτως απαραίτητα, με τον λιγότερο δυνατό κόπο.
Και τότε έρχεται η αμφιβολία. Αν στάθηκα στο ύψος της αυτοβιογραφίας μου. Αν πρόδωσα εκείνη την αρχική υπόσχεση έντασης, αλήθειας, αφοσίωσης.
Μα ίσως η αυτοβιογραφία δεν είναι ύψος. Ίσως είναι ρυθμός.
Ένας παλμός που άλλοτε δυναμώνει κι άλλοτε χαμηλώνει. Που άλλοτε γίνεται κραυγή κι άλλοτε ψίθυρος. Που δεν μετριέται με την ένταση ή την παραγωγικότητα, αλλά με τη συνέπεια της παρουσίας — ακόμη κι όταν αυτή είναι εξαντλημένη, ακόμη κι όταν είναι ελάχιστη.
Ίσως λοιπόν δεν είναι ζήτημα αν στάθηκα στο ύψος.
Ίσως είναι ότι δεν έφυγα από τον παλμό.
Κι αυτός ο παλμός — όσο αδύναμος, όσο ασταθής κι αν μοιάζει — παραμένει ένα είδος καθήκοντος. Όχι επιβεβλημένου, αλλά βαθιά προσωπικού. Σαν μια υπόσχεση που δεν ζητά τελειότητα, μόνο επιστροφή.
Ξανά και ξανά.